Γράφοντας ανακαλύπτουμε τι θέλει να ειπωθεί (Max Aub)

31.12.12

ερμ..
πάλι δηλώσεις έκανα;
για τα της προηγούμενης καταχώρησης λέω
ορίστε.. σχεδόν νομοτελειακά
θα έλεγες,
έφαγα χαστούκι
από τον βαρύγδουπο απόηχο
της εκδήλωσης ανθρώπου
που λειτουργεί με Κώδικες 'χέσε μας ρε Καζαντζάκη, εγώ ελπίζω'
...
το σύνθημα που με παντρεύτηκε
'μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος'

" ψτ εσύ εκεί στο ..ρήγμα είναι;τεντωμένο σκοινί; γάμα το.., μη γελάς σα χάνος, χρίζεσαι παρεξήγηση.."

                                                    .. 'καλές' θάλασσες suckerrr



*προχειροεξομολογήσεις.. 
τίποτα 'στα σοβαρά' δεν παίρνεις
..κάνε χώρο για τις συνέπειες που 'ρχονται

28.12.12


τώρα μπορεί να με μονοπωλεί
μια εργασία για τη σχολή
αλλά να ξέρεις, ζωή,
όπου να 'ναι
θα ρθω κατά πάνω σου
θα περάσουμε φίνα
όπως γουστάρουμε τα δυο μας

και καφέδες και ρακές και τσιγάρα και κουβέντες
και βόλτες και φωτογραφίες και διαβάσματα
κι αστεία και γνωριμίες
και αράγματα
και χουχουλιάσματα κι ονειροπολήσεις
και 'σπαταλήματα' χρόνου
χρόνου χρόνου χρόνου

τα τικ τακ να συνεργαστούν
χα 

25.12.12


και το γαμώτο ποιο είναι;
που δεν με ακούω
τη φωνή μέσα μου δεν την ακούω
έχει δίκιο
το ξέρω
αλλά δεν την ακούω
γιατί
;
πάλι τα ίδια
πόσα 'του χρόνου θα τα κάνω σωστά'
θα πω;
πόσα;
γιατί τόσος φόβος να ακουλουθήσεις
το δρόμο σου;
κι η φάση είναι πως τα γιατί 
τα χεις φάει
τα χεις ξεψαχνίσει τόσο
που κατάντησες
ξαδερφοσυνυφάδα
του φροϋντ
και δικαιούσαι χαρτούρα
να αποδεικνύει τον ιδρώτα
που ριξες για να ξηγήσεις τα γιατί εκείνα
φτάνει όμως
ολοκληρώθηκε αυτό το βήμα
αλλά παρακάτω δεν πας
γιατί δεν πας;
αφού την ξέρεις την ιστορία
ξέρεις πώς πάει
γιατί δεν προχωράς;
όλα τα ξέρεις
ό λ α
γιατί δεν προχωράς
;

μετά από όλα αυτά
να δεις που τρομάζεις σαν σκέφτεσαι
πως ο λόγος που δεν προχωράς
είναι
-έλεος πια-
τόσο πεζός, τόσο πεζός, τόσο πεζός
που ούτε κατανόηση δεν αξίζεις

...

βρε άνθρωπέ μου
βρε τυπάκι εκεί μέσα, σ' όλα αυτά
που κάνουν το εγώ να είναι
..τι ζόρι τραβάς βρε άτιμο;
γιατί δε μ'αφήνεις σ' ησυχία;
τί μας χαλάς τη ζαχαρένια;
μία την έχουμε
όλοι εμείς μέσα μου, μία την έχουμε
τί το χαλάς;
δεν ξεκουφάθηκες έστω από τα εκκωφαντικά
τικ τακ τικ τακ
που σε σαρώνουν αλύπητα κι αδιαπραγμάτευτα;



υπενθύμιση ασφαλιστικής δικλείδας προς διάφορες κατευθύνσεις: μη ψαρώνεις ε!
*  τρομάρα σου

23.12.12


Χριστούγεννα.. κι ακόμα περιμένω κάτι
παρόλο που..
παρόλο που..
παρόλο που..






Ό,τι σκεφτόμαστε είναι πραγματικότητα (?)

21.12.12


Και δε λέω, φρικιό η μητρόπολη, 'ψυχομαμά' και τα ρέστα, 
ΩΣ-ΤΟΣΟ, περνούσα μέσα από τους δρόμους κι ήσουν όμορφη, ΤΟΣΟ όμορφη.
 Κι εσύ. Κι εσύ. Και σεις οι δυο μπροστά μου, παναγιά μου, τόσο ερωτευμένοι.
 Και σεις πιο κάτω πόση συντροφικότητα εμπνέατε. 
Εσείς εκεί τί μεγάλη αγκαλιά που φτιάχνατε παρέα. 
Και τα σκυλιά μας θαύμαζαν, και χώναν ακόμη περισσότερο τις μουσούδες τους 
στο παιχνίδι αυτό που, στοίχημα, ούτε το ίδιο δεν είναι σίγουρο 
για τον καπνό που φουμάρει.



12.12.12

Δεν είναι πικάπ, αλλά ούτε και το 'ζησα το πικάπ. Είναι όμως cdplayer. Απ'τα παλιά. Εκείνα που αγοράζαμε μικροί και νιώθαμε και πολύ κουλ με δαύτα. Παλιομοδίτικα ντιζάιν και το ριμόουτ πολύ μεγάλο ρε αδερφέ. Αλλά ..νοστάλγησα. Ναι ρε φίλε μου, νοστάλγησα λες και τα σιντί κουβαλάνε δε ξέρω κι εγώ πόση σκόνη πάνω τους. Τελοσπάντων. Δε το χω με τα λόγια τελευταία(βλ. κανά χρόνο..). Έτσι που λες.. γύρισα σπίτι, πάτησα το σκονισμένο open, άνοιξα το συρτάρι, ξέθαψα μέσα από τη χαρτούρα κάτι το θρυλικό, φου-φου στην επιφάνεια να φύγει κι από κει η σκόνη, έβγαλα από τη θήκη το σιντί, το βαλα στο cdplayer, και πάτησα το γαμημένο το play. Πρέπει να σκάλωσε το μηχάνημα, σου λέει 'πας καλά μωρή, μετά από τόσο καιρό πού τα θυμήθηκες τα σιντί;;;' Αλλά μετά νταξ, την έκανε τη χάρη, άρχισε να παίζει. 
Τί το θρυλικό τώρα;

Linkin Park, το Hybrid Theory. Ναι ρε φίλε μου!! Σιντί γραμμένο από το ..γυμνάσιο. Πωω μάγκα μου, πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια?? Πόσες φορές έπαιζε αυτό το σιντί;; Τί album-αρα;;
Τί φίλινγκς(ασχολίαστον..) γεννιόντουσαν ε;; Να τα πάλι..! 
Προχθές που λες, ήμουν γυμνάσιο, χθες λύκειο, και σήμερα στο πανεπιστήμιο.. Σαν τρεις μέρες ρε φίλε..
Πόυστη χρόνε.. δε παίζεις δίκαια.. Να τος ο μεγαλύτερος φασισμός φιλάρα μου!.. ο αυταρχισμός του να ζήσεις τώρα, όσο έχεις χρόνο ακόμα.. μα το χεις σκεφτεί τί άγχος μπορεί να γεννά αυτό κατά βάθος;;;; 
γαμώ τη μελαγχολία του να ζεις..

Και ένυγουεϋ. Μη δίνεις σημασία στα ξεφτιλίσματα των λέξεων μου. 
Απλά νιώσε εδώ:



* τώρα το συνειδητοποιώ, δες πώς άκουγες το papercut πριν χρόνια, και πώς μετά από καιρό ξύπναγες μέσα από τους ωχρά σπειροχαίτη, των οποίων η μελοποίηση για του Ν.Βαλαωρίτη το "μες το δικό μου πρόσωπο το πρόσωπο ενός άλλου" σε κυνηγούσε και πανικοβλήθηκες καημένε εαυτέ..

3.12.12

Είναι μια απειροελάχιστης διάρκειας υλικού χρόνου στιγμή που αποτελεί την κρίσιμη τομή ανάμεσα σε δύο εκφάνσεις που δεν μοιάζουν μεταξύ τους ωστόσο συνορεύουν. Δύο 'ακραίες' θα λέγαμε εκφάνσεις. Και τις χωρίζει- για 'μένα' λέω ρε παιδάκι μου- μια κρισιμότατη τοσοδούλα κλωστή-στιγμή που καθορίζει τον άνεμο πλεύσης. Και 'λες' ότι 'τελείωσε, πλέω κατά κει λοιπόν'. Ε και στο τσακ είναι δηλαδή που βγαίνω υπεύθυνη, σωστή, καθωσπρέπει, κανονική αντί για τρελή, άκοσμη, ξεμαλλιασμένη αφύσικη. Από τις 5 το απόγευμα έχει κολλήσει το στομάχι στην πλάτη γιατί λέει μέχρι αύριο το μεσημέρι 'αποφάσισα' να πλέω υπεύθυνα, σωστά, καθωσπρέπει, κανονικά. Κι άματις δεν; Τι θα γινόταν άμα 'αποφάσιζα' το 'ανάποδο'; Ούτε μία ρε φίλε. Ούτε μία δεν έχω θαρέψει να πάω ανάποδα. Στην πράξη λέω ρε. Όχι στα λόγια και τις σκέψεις.
Και τελοσπάντων, άκρη δε βγάζεις αλλά να, είναι που έχω μια υποψία πως κάτω απ'τη μύτη μου, δεν το βλέπω, αλλά μάλλον τρέχει ύπουλη φάση. Να δεις που άρχισε να ζυμώνει η θεία, την Αλλοτρίωση λέω ρε, και είναι αυτά εδώ, τα πρώτα μου βήματα υποχώρησης και προσαρμογής.
'να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή από το στυλ της καρέκλας'
Κρίμα. Τουλάχιστον κρίμα- αν κρίνω με επιείκεια και μετά από κανα μεράκλωμα- ρε φίλε να το μυρίζεσαι πως πας να κάτσεις στην καρέκλα έτσι όπως την βρήκες, και να μην κάνεις τίποτα. Να επιτρέπεις απλώς στο σώμα σου να το κάνει.

'Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράττεις' Πιο συγκεκριμένα δεν πάει, πεθαίνεις, πώς το λένε.

16.11.12

Κοιτάς ασυναίσθητα το κινητό
Τα μάτια ασυναίσθητα διαβάζουν 19:17
Ασυναίσθητα λες "Α, η ρωσική επανάσταση"
μετά αντιλαμβάνεσαι και την ώρα..
Πολυτεχνείο κοντοζυγώνει, και λέει ο άλλος 
'Η χούντα δε τελείωσε το 73 εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία'
..μα έχει πραγματικά συνείδηση του τί λέει;;;
Έβαλε κι αυτός τον..'αγώνα' μέσα στην καθημερινή του ρουτίνα
και έγινε έτσι επαναστάτης
Βρε πλί'μ, δεν είμαστε έτοιμοι για θυσίες, δε το βλέπεις;;;
Η επανάσταση θέλει θυσίες, ξεβόλεματα, αγωνίες, αβεβαιότητες
κινδύνους, κυνηγητά..
Μα πώς μας κόβεις έτοιμους να τα κάνουμε αυτά;
Δε φτάνει να μας ζώσει η αγανάκτηση, η απόγνωση, να μας πνίξει το δίκιο..
Όχι βρε πλί'μ.. γερή χαστούκα στα εγώ μας τα βολεμένα θέλει..
Προς το παρόν, θέλουμε μόνο να σωθούμε, όχι να μας σώσουμε.
Είναι πολύ λυπηρό, άστα.
Οπότες, πάμε στο παζάρι βιβλίου να καταναλώσουμε;
Είναι ευκαιρία σε λέω!
Πάμε να φρεσκάρουμε τας βιβλιοθήκας μας!
Θα βάλω στόχο να διαβάσω κάποια στιγμή τώρα κοντά Αντόνιο Γκράμσυ
γιατί πήρε το αυτί μου ότι λέει για χτύπημα του εκπαιδευτικού συστήματος από τα μέσα!
Χα! Γουσταρίζω. Από τα μέσα χτύπημα, σημαίνει πως έχω ελπίδες να βρω  ένα παραπέρα νόημα στο δασκαλίκι..
Ένα ανάγνωσμα μου λείπει δηλαδής, κατάλαβες;
Την μεθεπόμενη βδομάδα, θα πάμε να 'κάνουμε τους δασκάλους' που είπε και μια  συμφοιτήτρια κι έκανε την καθηγήτρια να γελά επισημαίνοντας πως 'βρε παιδιά δε θα πάτε να κάνετε τους δασκάλους, ΕΙΣΤΕ δάσκαλοι!'
Και έλαχε της ομάδας μας μάθημα στην έκτη δημοτικού με θέμα τη μετανάστευση..
Ε μη στα πολυλογώ, μέσα σε μια βδομάδα το αντικαταστήσαμε με το θέμα 'η ζωή έξω από την πόλη' γιατί, λέει, λεπτό το θέμα με τους μετανάστες σήμερα μετά και από τις επιδρομές των χρυσαυγούλων..
'φίλε μου τρόμαξα ρε..' 
όσο πάει γίνεται και πιο αληθινό..
στενεύει ο κορσές..
Κι είναι κι άλλα τόσα, κι άλλα τόσα, κι άλλα..
κι εγώ όλα αυτά απλά τα ακολουθώ σαν ουρά από πίσω..
δε ξέρω ποια είμαι, πού πάω, πού πατώ και πού βρίσκομαι..
Και το χω σταμπάρει από καιρό.. το εκκλησάκι πάνω στο λόφο έχει τα πρωτεία από θέα..κάθεσαι στο παγκάκι κάτω απ'το δέντρο και μέσα στην ηρεμία μπορείς να ακούσεις όλες τις ιστορίες του κόσμου που απλώνεται εμπρός σου. Και κείνος ο ορίζοντας όλο υποσχέσεις βρε παιδί.. 
'-Κρίμα που έρχεσαι πάντα μόνος σου εδώ..
 -Δε γίνεται αλλιώς..
 -Γιατί;
 -Γιατί όταν έρχομαι εδώ, έρχομαι γιατί νιώθω την ανάγκη να δω την πόλη από ψηλά..και ξέρω ότι όταν νιώθω την ανάγκη αυτή, πλησιάζει μια στιγμή που πρέπει να πάρω μια σημαντική απόφαση...κι απ'ό,τι ξέρεις τις σημαντικές αποφάσεις πρέπει να τις παίρνουμε μόνοι μας'
Μάγκα μου, έχω ψαρώσει σου λέω..
Η ζωή filmέτο..
(φιρί φιρί για σιγκαρέτο..)

'Ρε φίλε, πιάσε κάτι άλλο, θα μας πάρει ο ύπνος'
(το ανάποδο μάλλον..δε καμουφλάρεται φιλάρα, άστο)

22.10.12


Το πρόχειρο κι εγώ
Ψυχαναγκαστική σχέση
Ερωτική με την αλλοτριωτική έννοια
Εκσφενδονισμοί τα αποτελέσματα
Μάλιστα
Σε προειδοποιώ, εκσφενδονισμοί
(Μπορείς να με αντιπαθήσεις και για τον –ισμό αυτόν;)
(Μάθε πως δε ξέρω τί μόλις είπα)
Γι’ αυτό μη ψάξεις ακεραιότητα σε μένα
Μάταιο
(Θα μου πεις, αυτό είναι το μόνο μάταιο;)
Με μένα αν θες
Έλα μόνο αν δε ψάχνεις τίποτα
Ή μάλλον αν ψάχνεις το τίποτα
Αυτό, ναι, μπορώ να το προσφέρω
Θέλεις να χτίζουμε κάθε μέρα μαζί ένα τίποτα;
Το βράδυ θα γκρεμίζεται- το ξέρεις ήδη αυτό, έτσι;-
Αυτή είναι η συν-θήκη που πουλώ
Αγοράζεις;
Και πού ξέρεις, μπορεί μέσα στο τιποτένιο μας σπίτι
Να βρούμε κάποτε τα πάντα.

-Πώς να κάνεις βουτιά στη ζωή χωρίς λανθάνουσες υποσχέσεις, άλλωστε.

(σημείωση προς την κίνηση ανάρτησης: πρόχειρα έκατσα, πρόχειρα έγραψα, πρόχειρα κύλησα στο μάρκετ, εδώ. Μη τσιμπήσεις ούτε φευγαλέα. Κι αν η παραδοχή και γνωστοποίηση του περιεχομένου αυτών των παρενθέσεων, λειτουργήσει ακριβώς αντίστροφα ως προς το νοηματικό περιεχόμενο, θα’ χει πιάσει το κόλπο. Και πάει λέγοντας..) 

16.10.12

Κερνάει σφηνάκια λικέρ βύσσινο, χωρίς πολλά πολλά αποφασίζει ότι απόψε, σε αυτήν την γνωριμία, τη νέα αρχή- πόσο είχε, Θεέ μου, συνηθίσει χωρίς τέτοιες- θα πλάσαρε την άνετη, χαλαρή τύπισσα που στρίβει τσιγάρο και περιγράφει με χιούμορ, και που- χωρίς να το καταλάβει καλά καλά- είχε ήδη δηλώσει προφίλ για τη μουσική που ακούει, τα μαγαζιά που συχνάζει, τις φάσεις που γουστάρει. Μόνο σε λίγα λεπτά, είχε ήδη δώσει- χωρίς να το καταλάβει καλά καλά- υποσχέσεις, μέχρι και δεσμεύσεις. Όλα κανονικά, θα έλεγε ένας τρίτος. Μα το κανονικό, ό,τι κι αν είναι, της φέρνει αλλεργία, σπασμούς και βρεγμένες μαξιλαροθήκες όταν δεν βλέπει και δεν ακούει κανείς μέσα στη νύχτα. Όσα δευτερόλεπτα μπορούσε να αποσπάσει από το θεατρικό εκείνης της ώρας και να κλειστεί στιγμιαία στο οικείο της δωμάτιο του παρατηρητή, μια θλίψη μαράζωνε πίσω από το χαμόγελο στο πρόσωπό της καθώς αναλογιζόταν το τι θα ακολουθήσει. υπενθυμίζοντας στον εαυτό της τη μοίρα της- τη σχεδόν επιλεγμένη αναπόδραστα. Θα μπορούσε άραγε ποτέ να γνωρίσει την εικόνα που κρύβει στους ανθρώπους; Όχι μέσα από ένα ποίημα, μια ιστορία, μια εξομολόγηση της νύχτας μετά από αλκοόλ- όλα αυτά έχουν τη σταθερότητα που έχει το 'ένα φεγγάρι, κολύμπησα γυμνός στη θάλασσα'. Όχι έτσι. Να γνωρίσει στους ανθρώπους την εικόνα που κρύβει, ως εικόνα που θα κουβαλάει πια κάθε από τις μέρες(και νύχτες). Αυτήν την εικόνα να γνωρίζουν, αυτήν να συμπαθούν, αυτήν να δεχτούν, αυτήν να μάθουν, αυτήν να αγαπήσουν. Μπορούν; Μπορεί; Άλλη μια ουτοπία. Με τον αντίλογο, ψυχαναλυτικά, άψογα ρητορεύοντα. Να σου λέει 'δε γίνεται' ρε παιδί μου, και να πείθεσαι αστραπή. Όχι σαν τους άλλους που τους βλέπεις πως καταδικάζουν σε ουτοπία την Ιδέα με θλιμμένα μάτια, που πλασάρουν όμως- γιατί πώς αλλιώς- καρδιναλέϊκο ύφος σοφίας γκαζωμένης. Και 'ουφ' και 'ουφ' και 'ουφ'. Συμπαράσταση από τρία γράμματα. Και άλλα πολλά. Η καταγραφή να μπάζει, για να χειροτερεύει το αγιάζι.

12.10.12

Σκεφτόμουν  τί  να γράψω

εποχή που όλα κραυγάζουν

κι εγώ σκεφτόμουν  τί  να γράψω

σημαίνει πως δεν έχω φωνή, δε βγαίνει φωνή

τώρα που όλα κραυγάζουν

με δάκρυα, τσιτωμένες φλέβες, το πιο κόκκινο μαύρο αίμα

σκεφτόμουν, κι έτσι είναι δυστυχώς, πώς το  ν ό η μ α  εξασθενεί

για να μη πω το πιο βαρύ- έχει εξασθενήσει

οι λέξεις ξεφτίζουν (συνεχίζω να μην επιλέγω να δω κατάματα το πιο βαρύ)

έτσι που μπορώ να λέω ελευθερία και να μην έχει πια νόημα

να μην τρέμω όταν τη χρησιμοποιώ κάθε μέρα

να μην ντρέπομαι που τη χρησιμοποιώ κάθε μέρα

που τη σκέφτομαι και ξεφτίζει όσο μπορώ την ίδια στιγμή να παραμένω σκλάβα

ονειρεύομαι

το χω κρατήσει ακόμη αυτό

ονειρεύομαι

στα όνειρα η ουτοπία βρίσκει τόπο

μετά βέβαια κοιτάει που κρέμεται στον αέρα, αθεμελίωτη

και το πιο γαμώτο είναι που φοβάμαι, όχι ακόμη, αλλά πλέον!, να ονειρευτώ 

μ α ζ ί   σ ο υ 


κι ήθελα αρχικά, πριν βγει το παραπάνω, να μοιραστώ απλά αυτά τα δύο καρφιά:

Ο κόσμος πέρα από τον καπιταλισμό


Χύμα ρίμα

  

26.9.12

Τουλάχιστον είναι να χαίρομαι
που παρατηρώντας οι Μαρξ και Μπακούνιν
το από αφελές μέχρι και σοφό αβέβαιό μου
θα γελούσαν μαζί χωρίς να διαφωνούν
...
Κρατάς όντως την αλήθεια για σένα
γιατί μόνο εσύ δεν θα σε σταυρώσεις
που ξεπουλιέσαι κατά την επιφάνεια
για τη διατήρηση της βιτρίνας
...
Γκρεμίζεις- αληθεύει- τα προπύργιά σου
για να σε δεχτούν
και τελικά δεν είναι το να είσαι ο εαυτός σου
ο δρόμος για την αγάπη
ή έστω- μπορεί να πεις ότι είναι βαριά λέξη η αγάπη-
ο δρόμος για την αποδοχή
...
Δεν είσαι αξιοθαύμαστος τελικά
χώνεψέ το, σε παρακαλώ
Και την αυτολύπηση που ακολουθεί,
σε παρακαλώ, μη την κρατάς
Παίξε, σε παρακαλώ, στο παιχνίδι
Γίνε ο ρόλος σου
...
Το αλλιώς είναι ακόμη ριζοσπαστικό σενάριο
που δεν το διεκδικείς παραπέρα από
το επίπεδο της γοητευτικής φλυαρίας
Γι' αυτό, σε παρακαλώ, μη βασανίζεις
τις πράξεις
Άσ' τες να ξεχάσουν το αλλιώς
και να υποδυθούν απλά το ρόλο τους εδώ
...
Ξέχασε, ξέχασε, ξέχασε
για να καταφέρεις να ζήσεις
-με το ζήτα όχι κεφαλαίο-
σαν παιδούλα σε βουκολικό παραμύθι έρωτα
Γίνε κοινή ιστορία
Μη παιδεύεσαι να γράψεις από αυτές του αλλιώς
Συνήθισε, σε παρακαλώ
Ξέχασε..
...
Προσπάθησε να μην έχεις την ανάγκη να γράφεις
να σκέφτεσαι να ερμηνεύεις να αναλύεις
να ανακαλύπτεις
Διαφορετικά δεν ξεχνάς
...
Σπάσε τους καθρέφτες
να μη χρειαστεί ποτέ
να αντικρίσεις το αγνώριστο λυπηρό
είδωλο στο γυαλί
...
Σκότωσε τον εαυτό
Διαλύσου στον αέρα
Αφέσου στο ρεύμα
Έτσι να υπάρχεις
...
Φώναξε στην συνείδηση να φύγει
διώξ' την
Αυτή φταίει
Κάν'το
Όσο ακόμα ζει ο εαυτός, σου δίνω το ελεύθερο
Κάν'το
και στο τέλος, 
πολύ σημαντικό μην το αμελήσεις,
κάψε αυτές τις σελίδες της ιστορίας
σκότωσε τις αποδείξεις
μην επιτρέψεις ερωτήσεις
κιόλας ξεκίνα:
δεν ειπώθηκε τίποτα από τα παραπάνω._

8.8.12

Όταν αυτό που μετά βίας σε συνθέτει αποτελεί τη διαφορά ατελείωτων αφαιρέσεων, αξίζει να προστίθεσαι στην Πράξη που καλείται Ζωή;
Ο πολλαπλασιασμός κι οι διαιρέσεις θα μείνουν εκτός 'λογοπαιγνίου'. Φτάνει που η μάχη τους ενεδρεύει σταθερά τις υποσχέσεις ενός Τέλειου Αποτελέσματος, ανυπεράσπιστου σαφώς.
Κιόλας αναίρεση.
Μπούχτησα, ευσυνείδητα και με συνέπεια.
Αυτόχειρα, παρά αδιάψευστη- είναι ποτέ δυνατόν;- επιβεβαίωση κάτι τέτοιου.
  

 Φρανσουά Βιγιόν

Πλάι στη βρύση παθαίνω διψασμένος
Καίω σα φωτιά και τρέμω, τουρτουρώ
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος
Κοντά στη 'στιά τα δόντια κουρταλώ
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
Κουράγιο παίρνω απ' την απελπισιά
Χαίρουμαι, κι όμως δεν έχω χαρές
Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Στ' "αβέβαιο" πάντα βρίσκω τ' "ορισμένως"
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ
Κερδίζω και χαμένος θε να 'βγω
Όταν χαράζει, λέω, -"Καλή νυχτιά!"
Ξαπλώνω, λέω: "Θα φάω καμιά βροντιά!"
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
Μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Έγνοιες δεν έχω κι είμαι ιδεασμένος
Πλούτια να βρω, μα δεν τα επιθυμώ
Απ' όσους με παινάνε προσβαλμένος
Και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
Κελάηδημα είν' της κάργιας η σκουξιά
Για όποιον με βλάφτει λέω πως μ' αγαπά
Το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
Τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Πρίγκιπα μου μακρόθυμε, καμιά
Γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά
Μα υπακούω στους νόμους, τι άλλο θες;
Πώς; Τους μιστούς να πάρω είπες, ξανά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης
Μουσική, ερμηνεία: Θάνος Μικρούτσικος

1.8.12

Εδώ οι μύγες είναι τσαούσες
Πού σε φέραμε φιλήσυχη εσένα, εδώ;
Η γιαγιά επιμένει ότι της λέμε ψέματα
Όχι γιαγιά, τη σκότωσες τη μύγα
δε θα ξανασηκωθεί να μας ζαλίζει
κι ούτε είσαι σε ξένο σπίτι
Εδώ είναι, γιαγιά μου, το σπίτι σου
Δε θυμάσαι με τι κόπους το χτίσατε
μαζί με τον παππού που είναι τώρα αγγελάκι;
Στο τελευταίο ράφι της εταζέρας
δεν αλλάζουν θέση τα δύο αγγελάκια μας
Δύο κορνίζες, δύο θέσεις στον ουρανό
ο παππούς και η γιαγιά
και μπροστά τους δυο πήλινα αγγελάκια
κουρνιασμένα πάνω στα γόνατά τους κοιμούνται
Κι εμείς, γιαγιά, εδώ με τις μύγες τις τσαούσες
και με κείνη τη μια τη φιλήσυχη 
που κατά λάθος λαθρεπιβάτησε 
στο αμάξι που γυρνούσε από τις θάλασσες
- να ζει ακόμη άραγε; τί να κάνει;-
Στα παραθαλάσσια σούπερ μάρκετ
περνώ μέσα από τους κρύους διαδρόμους 
των ψυγείων με τις συσκευασμένες αρρώστιες
κι έχω σκυφτό το κεφάλι
Τα αδηφάγα πόδια ψάχνουν με αγωνία
κι προοικονομίες αχορταγίας
τις συσκευασμένες τους ανάγκες
κι είναι όλα πασπαλισμένα
με υπολείμματα άμμου
Μετά από τους ανολοκλήρωτους
- εξ αιτίας ρολογιών επιβίωσης εγωιστικών-
αφελείς πνιγμούς σε ποταμίσια νερά
που οι καλοκαιρινές άδειες εργασίες
βάφουν εξωτικά και παραδεισένια 
Μετρώντας αντίστροφα το χρόνο
μέχρι την επιστροφή στα γραφεία παραγωγής
Συμπαράσταση στο μέτρημα
η ακούραστη, μονότονη
τρέλα των τζιτζικιών
Που 'ναι χαφιέδες 
κι ας κάνουν απλά τη δουλειά τους
Τα μυρμήγκια ετοιμάζονται για το χειμώνα
- κι είναι κιόλας κοντά-
Κι ένα, ένα έστω, δε στέκει
να δει το μάταιο της εναλλαγής των εποχών
και του χρόνου που με τη συνοδεία των τζιτζικιών
βαρέθηκε και να μας χλευάζει
μέσα στην ατελείωτη επανάληψη της ιστορίας


Να κλείσουμε το φως πριν έρθουν τα κουνούπια;

15.6.12

φραγή

Ας μιλήσουν 'άλλοι' λοιπόν..


Από το Γιάννη Τόλια


ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΟΣ


Οι μέρες του φθινοπώρου
αλυχτούν μέσα στη νύχτα


Αγέλη πεινασμένη
αναμένει να τραφεί
με τις σάρκες των ωρών


Περιφέρω τη λύπη μου
στα άδεια δωμάτια
την παρατάσσω
απέναντι στο μέτωπο της χαράς


Μπροστά μου το ποίημα
ζητάει
άγρια την αφορμή του


Σπάω τις μύτες των μολυβιών πάνω στα τζάμια


Αναιρώ κάθε αξία ποιητική
κάθε υγρό ελιγμό των λέξεων
που εκβάλλει πάνω στο χαρτί


Δεν επιθυμώ να αποτυπωθώ


Τι θα ωφελήσει αν με δείτε;

27.5.12

<< - Τι σκατά φταίει ρε;
    - ...'Το κακό το ριζικό μας..
      Ο Θεός που μας μισεί..
      Το κεφάλι το δικό μας..
      Μα πρώτα απ'όλα το κρασί..
      Ποιος φταίει, ποιος φταίει; Κανένα στόμα δεν το βρε και δεν το πε ακόμα..' >>


... Όταν ανοίγεις τα μάτια το πρωί και σε περιμένουν μαύρες ειδήσεις στο ραδιόφωνο, και τα μάτια σου δεν μπορούν να κρατηθούν και ξεσπούν σε κλάματα..
... Όταν οι τοίχοι σαν να στενεύουν διαρκώς και να θέλουν να σε πνίξουν όσο κρύβεσαι μέσα τους, αλλά κι όταν κλείνεις την πόρτα πίσω σου και σε περιμένει ο φόβος κι η ανασφάλεια στο δρόμο..
... Όταν η πόλη είναι ντυμένη γκρίζα και οι άνθρωποί της σα φαντάσματα διαβαίνουν ξένοι μεταξύ τους..
... Όταν πουλιούνται όλοι σε ρουτίνες, προγράμματα, χρονόμετρα και υλικές ματαιοδοξίες..
... Όταν δε μπορώ πια να σου μιλήσω με την καρδιά μου ανοιχτή χωρίς φόβους, κι εσύ να με ακούσεις με την καρδιά σου ανοιχτή χωρίς τοίχους..
... Όταν τα χαμόγελα τα ειλικρινή λιγοστεύουν..
... Όταν ο συνάνθρωπος γίνεται εχθρός και ύποπτος και ανταγωνιστής..
... Όταν η αγάπη υποτιμάται..
... Όταν η σκέψη φθίνει, κι ο διάλογος στήνεται μονάχα και στρατεύεται..
... Όταν ψάχνεις για κάτι αληθινό μέσα σε βάλτο από ψέματα..


... Τότε ξέρεις ότι ζεις σε έναν κόσμο που τρελάθηκε, παραλογίστηκε, στέγνωσε, και τερατοποιήθηκε..


Και αυτό ρίζωσε, και δεν αλλάζει εύκολα..
Μολύνθηκαν τα πάντα..
Με χίλια ζόρια βαστάνε τα όσα απομεινάρια αλήθειας..
Κι δε φτάνουν, είναι λίγα.. κι η ζωή δεν αξίζει λίγα μόνο.. δεν ανθίζει με συμβιβασμούς, προσαρμογές, και λιγοστά όνειρα..


.. κι είναι δύσκολο, τόσο δύσκολο, όλο αυτό.. δε βαστιέται..


και πόσο πονάει η συνειδητοποίηση της ματαιότητας του αγώνα..
.. πόσο κούρασαν οι συμβουλές, οι προτροπές, οι ελπιδοφόρες αισιοδοξίες..


.. δε βαστάω, ακούς;
.. με το ζόρι..
.. φόβος, και μοναξιά.. η μοναξιά τι θόρυβο που έφτασε να κάνει πια.. 


.. πόσο χρόνο να κρατήσει η λήθη αυτών; πόσο να αφεθείς να ξεχάσεις, να σκεπάσεις, με απεγνωσμένες προσπάθειες να καμουφλάρεις; .. πάλι εκεί γυρνάς, και τα θυμάσαι ξανά όλα.. και πάλι μετά δε βαστάς.. 
.. κούρασαν και τα δάκρυα, κι οι κόμποι στο λαιμό, κι οι σκέψεις στο μυαλό..
.. το μυαλό.. θα σκάσει το μυαλό, δεν αντέχει άλλο αυτές τις σκέψεις..
"- Η σκέψη μας τι είναι τελικά; Αφεντικό ή υπηρέτης μας;"


.. και φοβάμαι πολύ τον εαυτό μου, τι είναι ικανός να κάνει..
.. μα βασανίζεται ο καημένος.. 
...από μας ποιος θα μας σώσει;..


κι όλο θολώνει η εικόνα, κι υπάρχει κι αυτός.. ο χρόνος.. ο πούστης.. ο κυνικός, ασυγκίνητος πατέρας..


.. "- Δεν ξέρω αν θα μάθουμε ποτέ αγαπημένε μου φίλε.. αν είναι η σκέψη μας η αρκούδα που χορεύει, ..ή ο αρκουδιάρης που κρατάει το ρυθμό... Αυτό που ξέρω είναι ο χρόνος.. που στενεύει.. κι αυτή η ανάγκη που με φέρνει στο σταθμό.."


.. να φύγω να πάω πού; θα 'ναι καλύτερα στο όπου;


. . . "Μερικές φορές.. με πιάνει πανικός.. και νιώθω τον κόσμο γεμάτο πληγές..ματωμένο, ανυπεράσπιστο...και τρέμω την πτώση στο πηγάδι..την τρέμω.."


(Μέσα σε εισαγωγικά, λόγια από την ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου 'Να μ' αγαπάς')

12.5.12

Σε άλλη διάσταση
Μόνος άνθρωπος
Μαζί του μόνο τα πολλά εγώ του
Κρατούν όμηρο έναν εαυτό κρυφό, άγνωστο ακόμη
Παλεύουν ποιο θα τον σκεπάσει καλύτερα
Η κραυγή του ομήρου ηχεί βαθιά ακόμα και στα πιο καλοντυμένα εγώ
Πώς να υπάρξει με την κραυγή αυτή στα αυτιά του;
Πώς να συνυπάρξει;
Ποιος να τον καταλάβει;
Κι αν τον καταλάβει, τι σημασία θα έχει τελικά;
Αυτός είναι ο μόνος του, υπέρτατος αγώνας
Να γνωρίσει τον όμηρο μέσα του
Πώς να παλέψει όμως όταν ξέρει ότι η μάχη είναι προκαθορισμένη;
..από την ίδια την ζωή, και την όμορφη πλεκτάνη που έχει στήσει
Πώς να ξεφύγεις από την ήδη ειπωμένη ιστορία;

9.5.12

Έχεις ιδέα πώς είναι να κολυμπάς μες το σκοτάδι και να μην πνίγεσαι;


Σαν να μου τέλειωσαν τα χρώματα πριν καν τα αντικρίσω
σαν να κουράστηκα απ το χρόνο πριν καν να αρχίσω
λίγες στιγμές πριν ζήσω το κορμί μου πριν προικίσω
σαν να γελάστηκα από άνθρωπο λίγο πριν να τον συμπαθήσω
σαν να μου 'γνεψε η καρδιά μου και να ταυτίστηκε με την πιο μαύρη σκιά μου
σαν να κλότσησα μακριά τα όνειρά μου
σαν να έχασα για ένα λεπτό τη ματιά μου και να
θάφτηκα στο σκότος
πόσο μελαγχόλησε αυτός ο τόπος

14.4.12

Είχε πέσει με το σώμα του όλο και κουνούσε πόδια και χέρια σε μια προσπάθεια να σηκωθεί.
Τον κοιτούσα και αποφάσισα να τον βοηθήσω.
Πήρα ένα κομμάτι χαρτί και τον πλησίασα με προσοχή.
Έφερα το χαρτί κοντά στο σώμα του, το ακούμπησα ελαφρά πάνω του, προσπαθώντας να κρατήσω μια αντίσταση ανάμεσα στο χαρτί και στη δύναμη των κινήσεων του, ώστε να μπορέσει να ανατρέψει την ανάποδη οριζοντίωσή του και να σηκωθεί στα άκρα του.
Το κατάφερε. Σηκώθηκε.
Χαμογέλασα.


Έμεινε ακίνητος. Ήταν πλέον σηκωτός, αλλά έμενε ακίνητος.
Όσο ήταν πεσμένος και προσπαθούσε με μανία να σηκωθεί, θα έπαιρνες όρκο ότι μόλις ξεπερνούσε το πρόβλημά του αυτό, θα έφευγε τρέχοντας.
Αλλά αυτός έμενε ακίνητος.
Του είπα ότι μπορεί να φύγει τώρα. Όλα καλά. Τίποτα εκείνος. Μάταια τον ενθάρρυνα. Τίποτα.


Γύρισα και έκανα να φύγω. Μπήκα στο σπίτι. Έκλεισα και την κουρτίνα. 
Μετά από λίγο, άνοιξα την κουρτίνα και τότε τον είδα.
Είχε ξεκινήσει. Είχε πάρει το δρόμο του. 
Έσκασα ένα μεγάλο χαμόγελο. Λίγο και θα ήταν γέλιο.
Τον κοιτούσα που έφευγε.
..σκεφτόμουν γιατί είχε μείνει ακίνητος τόση ώρα, όσο ήμουν κοντά του.
...θα φοβήθηκε. Σίγουρα θα φοβήθηκε. Μάλλον θα περίμενε να είμαι εχθρική μαζί του.
Τι θα χε ακούσει για τη βία των ανθρώπων από τους υπόλοιπους στην σκαθαρογειτονιά..


10.4.12

Κάποιος κοιτάει μέσα μου και βλέπει ότι με βλέπει
κάποιος ακούει μέσα μου κι ακούει ότι μ' ακούει
με συναντάει το απόγευμα σε μια γωνιά του δρόμου
μαντεύοντας ποιος θα 'ναι κει κι όσα θα μου συμβούνε

Κάποιος που είναι μέσα μου μου χτίζει ένα σπιτάκι
και το γκρεμίζει γρήγορα πριν να το κατοικήσω
κάποιος που είναι πάντοτε μπροστά και δε μ' αφήνει
κλείνοντας και φράζοντας το δρόμο να περάσω

Κάποιος κινείται μέσα μου και ξεκινάει σαν τρένο
γεμάτος ανυπόμονους κι ωραίους ταξιδιώτες
κάποιος μου λέει πως είν' αργά και δε θα αρθούν εγκαίρως
να μας γλιτώσουν οι καλοί απ' τις κακές διαθέσεις

Κάποιος μου λέει για στάσου ένα λεπτό περίμενε
στάσου να δω ποιος είσαι συ ποιος είν' αυτός πού πάμε
μα ήταν άλλος απ' αυτό που νόμιζα πως ήταν
και που' ναι πάντα μακριά από εκείνου που είναι

Κάποιος θυμάται μέσα μου έναν παλιό του φίλο
τότε που πέφταν κανονιές η μια πάνω στην άλλη
κάποιος μου λέει δεν είμαι γω που γράφω αυτήν την ώρα
μα ένα χέρι ελαστικό που σπρώχνει το δικό μου

Κάποιος μιλάει μέσα μου όταν μιλάω με κάποιον
και του εξηγεί πως γίνεται το κάθε τι στον κόσμο
πως γίνεται το ανώμαλο απ' το κανονικό
και ο καπνός απ' τη φωτιά πως βγαίνει γαλανόλευκος

Κι απ' τη βροχή το σύννεφο πως χαμηλώνει αθόρυβα
κι αδειάζοντας πως πέθαινε επάνω από τα σπίτια
κι από την πόρτα του μυαλού μια σκέψη πως μπαινόβγαινε
αλείβοντας τα λόγια της με της μιλιάς το μέλι

Ένας σκορπιός τρυπήθηκε απ' το κεντρί του μόνος
κάποιο ρολόι αδέσποτο μπερδεύοντας τις ώρες
χτυπούσε οκτώ στις έντεκα και δώδεκα στις μία
απάνω στο καμπαναριό ή μέσα στην καρδιά μου

Ανοίξτε αμέσως για να μπει αυτός ο κάποιος άλλος
να μπει απ' το παράθυρο όπως μια πεταλούδα
που με κοιτάει όταν κοιτώ μέσα στον εαυτό μου
μες το δικό μου πρόσωπο το πρόσωπο ενός άλλου

Νάνος Βαλαωρίτης


....τρέμει που καταλαβαίνει τα λόγια του ποιητή, τρέμει και δεν ξέρει ούτε τι να σκεφτεί ούτε τι να κάνει, ούτε πώς να λυτρωθεί όταν και την λύτρωση αμφισβητεί. 

Την ίδια στιγμή, στην παράλληλη πραγματικότητά της, μυρίζουν πασχαλιές στα βάζα και η οικογένεια ντύνεται τα γιορτινά της.

1.4.12

Ήταν σαν αιθέρας. Αερικό μέσα σε σώμα ανθρώπινο. Όλα πάνω της σαν να τα φυσούσε αέρας. Τα μαλλιά της, τα υφάσματα που φορούσε, οι κινήσεις της, τα δάχτυλά της, τα βλέφαρα, ο κόσμος στα μάτια της, η φωνή της, τα λόγια που έβγαιναν από τα χείλη της, οι σκέψεις που έβγαιναν από το μυαλό της. Όλα τα φυσούσε ένας αέρας. Πολύχρωμος, μελωδικός, ειρηνικός. Την έβλεπες να κάθεται σε ένα ξύλινο παγκάκι που το χτυπούσε ο ήλιος. Πότε οκλαδόν, πότε σκορπώντας το σώμα της πάνω στην επιφάνεια του ξύλου, πότε ξαπλώνοντας, κοιτούσε πότε τον ουρανό και πότε όσα εσύ δεν παρατηρείς ποτέ γύρω σου. Είχε μουσική στα αυτιά της και βιβλίο στο χέρι. Γύρναγε τις σελίδες και το έβλεπες ότι γινόταν μέρος των λέξεων, δεν την ένοιαζε τίποτα και κανένας στον κόσμο έξω από το βιβλίο. Σε καλούσε να πας κοντά της, να της μιλήσεις, χωρίς να χεις κάτι να πεις. Δεν το σκέφτηκες άλλο. Άρχισες να περπατάς προς το μέρος της. Την πλησίασες και κάθισες δίπλα της. "Γεια", μπόρεσες να πεις. Σε κοίταξε μέσα στα μάτια, έστρεψε το σώμα της προς τα σένα, και με ένα ειλικρινές χαμόγελο σου ανταπάντησε "Γεια σου". Έβγαλε από την τσάντα ένα πακέτο με τσιγάρα, το έφερε μπροστά σου γνέφοντάς σου με τα μάτια αν θέλεις να καπνίσεις. Αρνήθηκες με μια αμήχανη ευγενική κίνηση. Εκείνη σαν να χαμογέλασε, έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε με ένα σπίρτο. Έμεινες να την κοιτάς από το πλάι του προσώπου της καθώς έφερνε τη φωτιά κοντά στα χείλη της. Φύσηξε τον πρώτο καπνό κοιτώντας ψηλά μπροστά της. Ένιωσε που την κοιτούσες και το κατάλαβες. Αμήχανα ξανά, έστρεψες το βλέμμα σου από κει που χε μείνει κολλημένο και κοίταξες κάτω. Τότε εκείνη γύρισε προς τα σένα, σε κοίταξε συνεσταλμένο και σκυφτό και σου είπε "Για πες..". Ταρακουνήθηκες. Σήκωσες το κεφάλι, την κοίταξες με ορθάνοιχτα μάτια και ψέλλισες "Από πού να ξεκινήσω;". Το σώμα και το βλέμμα της έγειραν με όλο το ενδιαφέρον προς εσένα, δείχνοντας σου πώς θέλει να ακούσει, και με ένα χαμόγελο πάλι σου απάντησε "Από σένα. Ξεκίνα με σένα. Πες μου για αυτόν που φορά το σώμα σου." Επιτέλους χαμογέλασες κι εσύ. Ένιωσες μια ξαφνική ζεστασιά κοντά της. Μια ζεστασιά που σε καλούσε να πεις όσα δεν έχεις πει. Έστρεψες κι εσύ το σώμα σου αντικριστά από το δικό της. Τα μάτια της απέναντι από τα δικά σου. Πήρες μια ανάσα και άρχισες να μιλάς. Και κείνη άκουγε. Άκουγε. Στ'αλήθεια. Όπως κανείς δε σε είχε ακούσει μέχρι τότε. Κι ένιωθες ότι όσα αποκάλυπτες τα έπιανε στην αγκαλιά της για να ναι ασφαλή. Έτσι μπορούσες και συνέχιζες να μιλάς. Στη διάρκεια εκείνης της στιγμής σας, ο κόσμος όλος αναπτέρωνε τις ελπίδες του. Ξεδιψούσε με αυτό που συνέβαινε μεταξύ σας. Τα σύρματα έχαναν κόμπους και αποδυναμώνονταν. Κι εσείς ζούσατε τη στιγμή σας. Δεν είχατε ιδέα. Γιατί δεν είχατε και σκοπό. Δε θα γινόταν διαφορετικά, άλλωστε. Ο χρόνος σας ζήλεψε και στάθηκε να σας παρατηρήσει. Τον είχατε μαλακώσει κι αυτόν. Κι εγώ-κάποιος που είναι εγώ- που γράφω αυτή τη στιγμή, σας ονειρεύομαι ακόμα, κι ας ζω όπως ζω. 

29.3.12

Τα παιδία παίζει, Νο.2 - Update

Εσύ ρωτάς-εγώ απαντώ

Στις ερωτήσεις η ταγμένη στη θάλασσα, Γκαστρωμένη με αυτήν 

Στις απαντήσεις ο μπλογκοκύρης
(ζντούβ!)


1) Verba violant Scripta manent (Τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν). Εντάξει με αυτό αλλά τα όσα λέγονται μεταξύ δύο ανθρώπων μέσω ίντερνετ είναι λόγια ή γραπτά;

Όσο αποθηκεύονται, μένουν. Όπως τα γραπτά.

2) Πολλές φορές οι άλλοι μας θεωρούν υπερβολικούς σε θέματα που αυτό που έχουμε εκφράσει είναι μόνο το 0,1 του τι νιώθουμε. Το έχεις αισθανθεί; Πότε;

Πολλές φορές. Τι να λέμε τώρα..

3) Αν μπορούσες να φτιάξεις το σπίτι σου από τρία οποιαδήποτε υλικά ποια θα ήταν αυτά;

μμ.. εγώ πήγα να απαντήσω πέτρα, ξύλο και πανιά αλλά μετά είδα την απάντηση του γιώργου και θέλω το δικό του σπίτι :Ρ

4) Τι θα ήθελες να κουβαλάς πάντα μαζί σου αλλά δεν μπορείς;

ένα σακίδιο που θα χε μέσα τη φωτογραφική μου, τον υπολογιστή, βιβλία, χαρτιά, μολύβια, λεμονάδες, ένα θερμός με καφέ..και θα ταν και πανάλαφρο.. :Ρ

5) Ποιο είναι το αγαπημένο στέκι στην πόλη όπου κατοικείς τις περισσότερες μέρες του χρόνου;

Στέκι όπως εγώ το χω στο μυαλό μου, δυστυχώς δεν έχω :(
Στο μυαλό μου τη βγάζω σε κάτι ταράτσες πάντως..

6) Ποιο μέρος σκέφτεσαι όταν αναπολείς κάτι που δεν μπορείς να πας και γιατί το σκέφτεσαι;

Με μπέρδεψε λίγο η διατύπωση.. σκέφτομαι, σκέφτομαι, και το μόνο που μου ρχεται να αναπολώ είναι στιγμές που πέρασαν, όχι ειδικά ένα μέρος, μια τοποθεσία.. από την άλλη οι στιγμές είχαν και θέση στο χώρο, οπότε ας πούμε ότι ένα μέρος που αναπολώ τις στιγμές του εκεί-  και απαντώντας σε σένα και στις κοινές μας εμπειρίες, διαφορετικά είναι ακόμη πιο δύσκολο να διαλέξω μεταξύ των στιγμών- είναι ένα μπαλκόνι κάπου στο αιγαίο..

7) Τι σημαίνουν τα ψευώνυμα; είτε αυτά που σου έβγαλαν είτε αυτά που έβγαλες είτε γενικά 

μου χει κολλήσει αυτή η απάντηση: εν-τυπώσεις ;

8) Εάν είχες την απόλυτη ελευθερία θα προτιμούσες να καθίσεις στο σπίτι σου, μόνος-η με όλες τις ανέσεις σου ή να τη βγάλεις στο δρόμο ψάχνοντας για το τυχαίο; 

Στο δρόμο ρε.."που αδημονεί να αλητέψω"

9) Η αγαπημένη μου ερώτηση από τα λευκώματα του δημοτικού: Βουνό ή θάλασσα; Γιατί (αυτό ποτέ δεν το ρώτησαν);

Το βουνό βλέπει θάλασσα, η θάλασσα βουνό..δε διαλέγω ρε, δε μπορώ, καταλαβαίνεις;;; χχχ:Ρ

10) Εγώ ή εμείς; (παρε το όπως θέλεις) 

Απ'το εγώ στο εμείς
"Να πληθαίνεις.."

27.3.12

Τόσα ερεθίσματα. Πώς θα γινόταν όλα να καταγραφούν; Πώς να ισορροπήσεις μεταξύ δρώντα και παρατηρητή; Και πώς να καταπιείς την ιδέα της ισορροπίας, αφού ξέρεις ότι μόνο το ανισόρροπο μεγαλουργεί, μόνο μία αφοσίωση δικαιούται να σε χωράει όλον; Ποιον να προδώσεις, το χαρτί ή το χώμα; Ποιος με θράσος και ωσάν να ήταν τί άραγε, θα δώσει στο ένα αξία μεγαλύτερη απ' ότι στο άλλο;
Σκίζομαι σε κομμάτια, σαν ο άνεμος να με χτυπάει από παντού και έτσι κατεύθυνση να μην μπορώ να πάρω, κι όμως ακόμα κι αυτό συγκινεί το λίγο μου που είναι ό,τι με πλάθει, και λίγο δεν είναι. 

23.3.12

Τα παιδία παίζει, No.2!

Βιτρίνα γίναμε! Πες εκείνο πες το άλλο, ποζάρω κι εγώ και ανταποκρίνομαι στο κάλεσμα του Εύζωνα για να απαντήσω τις ερωτήσεις του:

1)Ξυπνάς το πρωί, χασμουριέσαι, σηκώνεσαι και κοιτώντας έξω από το παράθυρο βλέπεις κάτι που σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα(από θαυμασμό)! Τι θα μπορούσε να είναι αυτό;
Ήρθανε λέει επιτέλους τα αγρίμια που περιγράφει ο Ελ Ρόι «Στη Γιορτή». Φοράω ό,τι να ναι και πάω να τους βρω. Ήρθε η ώρα..
2) Σκέψου και γράψε έναν πιθανό εφιάλτη σου...!
Πρόδωσα τον εαυτό μου, θα κινηματογραφεί ένας εφιάλτης μου.
3) Πως σκέφτεσαι τον εαυτό σου, στα 40 του; Πρώτα ο Θεός!
Δεν σκέφτομαι πάνω από μια-δύο βδομάδες μακριά, τουλάχιστον όσον αφορά στα «επίγεια» που μάλλον ζητά η ερώτηση.
4) Πως θα ήθελες να είσαι, στα 40 σου; Πρώτα ο Θεός!
Κατά τον ίδιο τρόπο με το από πάνω, παλεύω με το τι θέλω ΤΩΡΑ και πάλι δύσκολα τα βρίσκω.. κάθε ηλικία θα έχει την σειρά της..πρώτα ο Θεός!
5)Υπάρχει κάτι που αδημονείς εδώ και καιρό να κάνεις, και παρόλα αυτά δε το έκανες ακόμα, αν και είχες πολλές ευκαιρίες; Αν ναι, τι;
Για πράγματα που είχα ευκαιρίες να κάνω, μάλλον δεν έχω αδημονήσει.
6) Ένα ψευδώνυμο για την παρέα σου(αυτή τη περίοδο)...
Χαμένοι στα ρολόγια
7)Ένα για τον εαυτό σου, όχι από σένα αλλά από τη συνολική άποψη της παρέας σου, κατά τη γνώμη σου...:P!
Υπερβολικιά
8)Μια εφεύρεση, από την ιστορία, που σου τη σπάει, και γιατί;
Πιάνονται τα σημερινά application για ‘έξυπνα’ κινητά που χώνονται όλο και περισσότερο σε θέματα ζωής;;; Εεε όχι χρυσή μου να σου λέει η εφαρμογή πότε φτάνει η 'κόκκινη επανάσταση' του μήνα… ιφ γιου νόου γουάτ άι μιιιινν…
9)Ένα τραγούδι που να δίνει μια γεύση από την ζωή σου μέχρι τώρα... Γιατί;(Πλάκα κάνω!!!)
http://www.youtube.com/watch?v=lg2RgqHhDy0
10)Γράψε σαράντα νούμερα από το 1 μέχρι το 45...!
‘σαράντα νούμερα από το 1 μέχρι το 45’ :P:P

Τώρα, οι δικές μου ερωτήσεις είναι αυτές:
  1. Περιέγραψε μου γιατί αγαπάς το αγαπημένο σου ρόφημα. Ε;
  2. Τι είναι μια φωτογραφία για σένα;
  3. Όταν κοιτάς τον ουρανό, άκουσες ποτέ γέλιο να έρχεται από κάποιο αστέρι; Αν ναι, φαντάζεσαι ποιος γελούσε; (Δε μιλώ μεταφορικά)
  4. Πιστεύεις ότι το αστείο, το χιούμορ χωράει παντού; Εξηγήσου(πλιζ!)
  5. Η γνώση πιστοποιείται;
  6. Η πίστη (ασχέτως) χρειάζεται αποδείξεις; Κι αν σου φέρουν αποδείξεις για το αβάσιμο της πίστης σου, θα τους πιστέψεις;
  7. Θα άντεχες χωρίς αυταπόδειξη και επικύρωση από την κοινωνία;
  8. Πιστεύεις ότι υπάρχει ουτοπία;
  9. Μπορείς να μου συνδέσεις με πρακτικές σχέσεις τα: ελευθερία, αλληλεγγύη, ανθρωπιά, έρωτας, αλήθεια, ειρήνη;
  10. Τι σε ηρεμεί; Γιατί;
  11. Ποια θα ήταν η ενδεκάτη..ερώτηση;! όχι, πλάκα κάνω.. η ενδεκάτη εντολή;
Θα χαρώ να δω τις απαντήσεις σας, Γκαστρωμένη τη ΘάλασσαΦανή, Εύζωνα (ω ναι, καλείσαι να ξαναπαίξεις απαντώντας στις δικές μου ερωτήσεις αυτή τη φορά:Ρ). Κάθε περαστικός βέβαια που το θελήσει, ας κοπιάσει επίσης!