Γράφοντας ανακαλύπτουμε τι θέλει να ειπωθεί (Max Aub)

14.4.12

Είχε πέσει με το σώμα του όλο και κουνούσε πόδια και χέρια σε μια προσπάθεια να σηκωθεί.
Τον κοιτούσα και αποφάσισα να τον βοηθήσω.
Πήρα ένα κομμάτι χαρτί και τον πλησίασα με προσοχή.
Έφερα το χαρτί κοντά στο σώμα του, το ακούμπησα ελαφρά πάνω του, προσπαθώντας να κρατήσω μια αντίσταση ανάμεσα στο χαρτί και στη δύναμη των κινήσεων του, ώστε να μπορέσει να ανατρέψει την ανάποδη οριζοντίωσή του και να σηκωθεί στα άκρα του.
Το κατάφερε. Σηκώθηκε.
Χαμογέλασα.


Έμεινε ακίνητος. Ήταν πλέον σηκωτός, αλλά έμενε ακίνητος.
Όσο ήταν πεσμένος και προσπαθούσε με μανία να σηκωθεί, θα έπαιρνες όρκο ότι μόλις ξεπερνούσε το πρόβλημά του αυτό, θα έφευγε τρέχοντας.
Αλλά αυτός έμενε ακίνητος.
Του είπα ότι μπορεί να φύγει τώρα. Όλα καλά. Τίποτα εκείνος. Μάταια τον ενθάρρυνα. Τίποτα.


Γύρισα και έκανα να φύγω. Μπήκα στο σπίτι. Έκλεισα και την κουρτίνα. 
Μετά από λίγο, άνοιξα την κουρτίνα και τότε τον είδα.
Είχε ξεκινήσει. Είχε πάρει το δρόμο του. 
Έσκασα ένα μεγάλο χαμόγελο. Λίγο και θα ήταν γέλιο.
Τον κοιτούσα που έφευγε.
..σκεφτόμουν γιατί είχε μείνει ακίνητος τόση ώρα, όσο ήμουν κοντά του.
...θα φοβήθηκε. Σίγουρα θα φοβήθηκε. Μάλλον θα περίμενε να είμαι εχθρική μαζί του.
Τι θα χε ακούσει για τη βία των ανθρώπων από τους υπόλοιπους στην σκαθαρογειτονιά..


10.4.12

Κάποιος κοιτάει μέσα μου και βλέπει ότι με βλέπει
κάποιος ακούει μέσα μου κι ακούει ότι μ' ακούει
με συναντάει το απόγευμα σε μια γωνιά του δρόμου
μαντεύοντας ποιος θα 'ναι κει κι όσα θα μου συμβούνε

Κάποιος που είναι μέσα μου μου χτίζει ένα σπιτάκι
και το γκρεμίζει γρήγορα πριν να το κατοικήσω
κάποιος που είναι πάντοτε μπροστά και δε μ' αφήνει
κλείνοντας και φράζοντας το δρόμο να περάσω

Κάποιος κινείται μέσα μου και ξεκινάει σαν τρένο
γεμάτος ανυπόμονους κι ωραίους ταξιδιώτες
κάποιος μου λέει πως είν' αργά και δε θα αρθούν εγκαίρως
να μας γλιτώσουν οι καλοί απ' τις κακές διαθέσεις

Κάποιος μου λέει για στάσου ένα λεπτό περίμενε
στάσου να δω ποιος είσαι συ ποιος είν' αυτός πού πάμε
μα ήταν άλλος απ' αυτό που νόμιζα πως ήταν
και που' ναι πάντα μακριά από εκείνου που είναι

Κάποιος θυμάται μέσα μου έναν παλιό του φίλο
τότε που πέφταν κανονιές η μια πάνω στην άλλη
κάποιος μου λέει δεν είμαι γω που γράφω αυτήν την ώρα
μα ένα χέρι ελαστικό που σπρώχνει το δικό μου

Κάποιος μιλάει μέσα μου όταν μιλάω με κάποιον
και του εξηγεί πως γίνεται το κάθε τι στον κόσμο
πως γίνεται το ανώμαλο απ' το κανονικό
και ο καπνός απ' τη φωτιά πως βγαίνει γαλανόλευκος

Κι απ' τη βροχή το σύννεφο πως χαμηλώνει αθόρυβα
κι αδειάζοντας πως πέθαινε επάνω από τα σπίτια
κι από την πόρτα του μυαλού μια σκέψη πως μπαινόβγαινε
αλείβοντας τα λόγια της με της μιλιάς το μέλι

Ένας σκορπιός τρυπήθηκε απ' το κεντρί του μόνος
κάποιο ρολόι αδέσποτο μπερδεύοντας τις ώρες
χτυπούσε οκτώ στις έντεκα και δώδεκα στις μία
απάνω στο καμπαναριό ή μέσα στην καρδιά μου

Ανοίξτε αμέσως για να μπει αυτός ο κάποιος άλλος
να μπει απ' το παράθυρο όπως μια πεταλούδα
που με κοιτάει όταν κοιτώ μέσα στον εαυτό μου
μες το δικό μου πρόσωπο το πρόσωπο ενός άλλου

Νάνος Βαλαωρίτης


....τρέμει που καταλαβαίνει τα λόγια του ποιητή, τρέμει και δεν ξέρει ούτε τι να σκεφτεί ούτε τι να κάνει, ούτε πώς να λυτρωθεί όταν και την λύτρωση αμφισβητεί. 

Την ίδια στιγμή, στην παράλληλη πραγματικότητά της, μυρίζουν πασχαλιές στα βάζα και η οικογένεια ντύνεται τα γιορτινά της.

1.4.12

Ήταν σαν αιθέρας. Αερικό μέσα σε σώμα ανθρώπινο. Όλα πάνω της σαν να τα φυσούσε αέρας. Τα μαλλιά της, τα υφάσματα που φορούσε, οι κινήσεις της, τα δάχτυλά της, τα βλέφαρα, ο κόσμος στα μάτια της, η φωνή της, τα λόγια που έβγαιναν από τα χείλη της, οι σκέψεις που έβγαιναν από το μυαλό της. Όλα τα φυσούσε ένας αέρας. Πολύχρωμος, μελωδικός, ειρηνικός. Την έβλεπες να κάθεται σε ένα ξύλινο παγκάκι που το χτυπούσε ο ήλιος. Πότε οκλαδόν, πότε σκορπώντας το σώμα της πάνω στην επιφάνεια του ξύλου, πότε ξαπλώνοντας, κοιτούσε πότε τον ουρανό και πότε όσα εσύ δεν παρατηρείς ποτέ γύρω σου. Είχε μουσική στα αυτιά της και βιβλίο στο χέρι. Γύρναγε τις σελίδες και το έβλεπες ότι γινόταν μέρος των λέξεων, δεν την ένοιαζε τίποτα και κανένας στον κόσμο έξω από το βιβλίο. Σε καλούσε να πας κοντά της, να της μιλήσεις, χωρίς να χεις κάτι να πεις. Δεν το σκέφτηκες άλλο. Άρχισες να περπατάς προς το μέρος της. Την πλησίασες και κάθισες δίπλα της. "Γεια", μπόρεσες να πεις. Σε κοίταξε μέσα στα μάτια, έστρεψε το σώμα της προς τα σένα, και με ένα ειλικρινές χαμόγελο σου ανταπάντησε "Γεια σου". Έβγαλε από την τσάντα ένα πακέτο με τσιγάρα, το έφερε μπροστά σου γνέφοντάς σου με τα μάτια αν θέλεις να καπνίσεις. Αρνήθηκες με μια αμήχανη ευγενική κίνηση. Εκείνη σαν να χαμογέλασε, έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε με ένα σπίρτο. Έμεινες να την κοιτάς από το πλάι του προσώπου της καθώς έφερνε τη φωτιά κοντά στα χείλη της. Φύσηξε τον πρώτο καπνό κοιτώντας ψηλά μπροστά της. Ένιωσε που την κοιτούσες και το κατάλαβες. Αμήχανα ξανά, έστρεψες το βλέμμα σου από κει που χε μείνει κολλημένο και κοίταξες κάτω. Τότε εκείνη γύρισε προς τα σένα, σε κοίταξε συνεσταλμένο και σκυφτό και σου είπε "Για πες..". Ταρακουνήθηκες. Σήκωσες το κεφάλι, την κοίταξες με ορθάνοιχτα μάτια και ψέλλισες "Από πού να ξεκινήσω;". Το σώμα και το βλέμμα της έγειραν με όλο το ενδιαφέρον προς εσένα, δείχνοντας σου πώς θέλει να ακούσει, και με ένα χαμόγελο πάλι σου απάντησε "Από σένα. Ξεκίνα με σένα. Πες μου για αυτόν που φορά το σώμα σου." Επιτέλους χαμογέλασες κι εσύ. Ένιωσες μια ξαφνική ζεστασιά κοντά της. Μια ζεστασιά που σε καλούσε να πεις όσα δεν έχεις πει. Έστρεψες κι εσύ το σώμα σου αντικριστά από το δικό της. Τα μάτια της απέναντι από τα δικά σου. Πήρες μια ανάσα και άρχισες να μιλάς. Και κείνη άκουγε. Άκουγε. Στ'αλήθεια. Όπως κανείς δε σε είχε ακούσει μέχρι τότε. Κι ένιωθες ότι όσα αποκάλυπτες τα έπιανε στην αγκαλιά της για να ναι ασφαλή. Έτσι μπορούσες και συνέχιζες να μιλάς. Στη διάρκεια εκείνης της στιγμής σας, ο κόσμος όλος αναπτέρωνε τις ελπίδες του. Ξεδιψούσε με αυτό που συνέβαινε μεταξύ σας. Τα σύρματα έχαναν κόμπους και αποδυναμώνονταν. Κι εσείς ζούσατε τη στιγμή σας. Δεν είχατε ιδέα. Γιατί δεν είχατε και σκοπό. Δε θα γινόταν διαφορετικά, άλλωστε. Ο χρόνος σας ζήλεψε και στάθηκε να σας παρατηρήσει. Τον είχατε μαλακώσει κι αυτόν. Κι εγώ-κάποιος που είναι εγώ- που γράφω αυτή τη στιγμή, σας ονειρεύομαι ακόμα, κι ας ζω όπως ζω.