Γράφοντας ανακαλύπτουμε τι θέλει να ειπωθεί (Max Aub)

27.5.12

<< - Τι σκατά φταίει ρε;
    - ...'Το κακό το ριζικό μας..
      Ο Θεός που μας μισεί..
      Το κεφάλι το δικό μας..
      Μα πρώτα απ'όλα το κρασί..
      Ποιος φταίει, ποιος φταίει; Κανένα στόμα δεν το βρε και δεν το πε ακόμα..' >>


... Όταν ανοίγεις τα μάτια το πρωί και σε περιμένουν μαύρες ειδήσεις στο ραδιόφωνο, και τα μάτια σου δεν μπορούν να κρατηθούν και ξεσπούν σε κλάματα..
... Όταν οι τοίχοι σαν να στενεύουν διαρκώς και να θέλουν να σε πνίξουν όσο κρύβεσαι μέσα τους, αλλά κι όταν κλείνεις την πόρτα πίσω σου και σε περιμένει ο φόβος κι η ανασφάλεια στο δρόμο..
... Όταν η πόλη είναι ντυμένη γκρίζα και οι άνθρωποί της σα φαντάσματα διαβαίνουν ξένοι μεταξύ τους..
... Όταν πουλιούνται όλοι σε ρουτίνες, προγράμματα, χρονόμετρα και υλικές ματαιοδοξίες..
... Όταν δε μπορώ πια να σου μιλήσω με την καρδιά μου ανοιχτή χωρίς φόβους, κι εσύ να με ακούσεις με την καρδιά σου ανοιχτή χωρίς τοίχους..
... Όταν τα χαμόγελα τα ειλικρινή λιγοστεύουν..
... Όταν ο συνάνθρωπος γίνεται εχθρός και ύποπτος και ανταγωνιστής..
... Όταν η αγάπη υποτιμάται..
... Όταν η σκέψη φθίνει, κι ο διάλογος στήνεται μονάχα και στρατεύεται..
... Όταν ψάχνεις για κάτι αληθινό μέσα σε βάλτο από ψέματα..


... Τότε ξέρεις ότι ζεις σε έναν κόσμο που τρελάθηκε, παραλογίστηκε, στέγνωσε, και τερατοποιήθηκε..


Και αυτό ρίζωσε, και δεν αλλάζει εύκολα..
Μολύνθηκαν τα πάντα..
Με χίλια ζόρια βαστάνε τα όσα απομεινάρια αλήθειας..
Κι δε φτάνουν, είναι λίγα.. κι η ζωή δεν αξίζει λίγα μόνο.. δεν ανθίζει με συμβιβασμούς, προσαρμογές, και λιγοστά όνειρα..


.. κι είναι δύσκολο, τόσο δύσκολο, όλο αυτό.. δε βαστιέται..


και πόσο πονάει η συνειδητοποίηση της ματαιότητας του αγώνα..
.. πόσο κούρασαν οι συμβουλές, οι προτροπές, οι ελπιδοφόρες αισιοδοξίες..


.. δε βαστάω, ακούς;
.. με το ζόρι..
.. φόβος, και μοναξιά.. η μοναξιά τι θόρυβο που έφτασε να κάνει πια.. 


.. πόσο χρόνο να κρατήσει η λήθη αυτών; πόσο να αφεθείς να ξεχάσεις, να σκεπάσεις, με απεγνωσμένες προσπάθειες να καμουφλάρεις; .. πάλι εκεί γυρνάς, και τα θυμάσαι ξανά όλα.. και πάλι μετά δε βαστάς.. 
.. κούρασαν και τα δάκρυα, κι οι κόμποι στο λαιμό, κι οι σκέψεις στο μυαλό..
.. το μυαλό.. θα σκάσει το μυαλό, δεν αντέχει άλλο αυτές τις σκέψεις..
"- Η σκέψη μας τι είναι τελικά; Αφεντικό ή υπηρέτης μας;"


.. και φοβάμαι πολύ τον εαυτό μου, τι είναι ικανός να κάνει..
.. μα βασανίζεται ο καημένος.. 
...από μας ποιος θα μας σώσει;..


κι όλο θολώνει η εικόνα, κι υπάρχει κι αυτός.. ο χρόνος.. ο πούστης.. ο κυνικός, ασυγκίνητος πατέρας..


.. "- Δεν ξέρω αν θα μάθουμε ποτέ αγαπημένε μου φίλε.. αν είναι η σκέψη μας η αρκούδα που χορεύει, ..ή ο αρκουδιάρης που κρατάει το ρυθμό... Αυτό που ξέρω είναι ο χρόνος.. που στενεύει.. κι αυτή η ανάγκη που με φέρνει στο σταθμό.."


.. να φύγω να πάω πού; θα 'ναι καλύτερα στο όπου;


. . . "Μερικές φορές.. με πιάνει πανικός.. και νιώθω τον κόσμο γεμάτο πληγές..ματωμένο, ανυπεράσπιστο...και τρέμω την πτώση στο πηγάδι..την τρέμω.."


(Μέσα σε εισαγωγικά, λόγια από την ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου 'Να μ' αγαπάς')

12.5.12

Σε άλλη διάσταση
Μόνος άνθρωπος
Μαζί του μόνο τα πολλά εγώ του
Κρατούν όμηρο έναν εαυτό κρυφό, άγνωστο ακόμη
Παλεύουν ποιο θα τον σκεπάσει καλύτερα
Η κραυγή του ομήρου ηχεί βαθιά ακόμα και στα πιο καλοντυμένα εγώ
Πώς να υπάρξει με την κραυγή αυτή στα αυτιά του;
Πώς να συνυπάρξει;
Ποιος να τον καταλάβει;
Κι αν τον καταλάβει, τι σημασία θα έχει τελικά;
Αυτός είναι ο μόνος του, υπέρτατος αγώνας
Να γνωρίσει τον όμηρο μέσα του
Πώς να παλέψει όμως όταν ξέρει ότι η μάχη είναι προκαθορισμένη;
..από την ίδια την ζωή, και την όμορφη πλεκτάνη που έχει στήσει
Πώς να ξεφύγεις από την ήδη ειπωμένη ιστορία;

9.5.12

Έχεις ιδέα πώς είναι να κολυμπάς μες το σκοτάδι και να μην πνίγεσαι;


Σαν να μου τέλειωσαν τα χρώματα πριν καν τα αντικρίσω
σαν να κουράστηκα απ το χρόνο πριν καν να αρχίσω
λίγες στιγμές πριν ζήσω το κορμί μου πριν προικίσω
σαν να γελάστηκα από άνθρωπο λίγο πριν να τον συμπαθήσω
σαν να μου 'γνεψε η καρδιά μου και να ταυτίστηκε με την πιο μαύρη σκιά μου
σαν να κλότσησα μακριά τα όνειρά μου
σαν να έχασα για ένα λεπτό τη ματιά μου και να
θάφτηκα στο σκότος
πόσο μελαγχόλησε αυτός ο τόπος