Γράφοντας ανακαλύπτουμε τι θέλει να ειπωθεί (Max Aub)

8.8.12

Όταν αυτό που μετά βίας σε συνθέτει αποτελεί τη διαφορά ατελείωτων αφαιρέσεων, αξίζει να προστίθεσαι στην Πράξη που καλείται Ζωή;
Ο πολλαπλασιασμός κι οι διαιρέσεις θα μείνουν εκτός 'λογοπαιγνίου'. Φτάνει που η μάχη τους ενεδρεύει σταθερά τις υποσχέσεις ενός Τέλειου Αποτελέσματος, ανυπεράσπιστου σαφώς.
Κιόλας αναίρεση.
Μπούχτησα, ευσυνείδητα και με συνέπεια.
Αυτόχειρα, παρά αδιάψευστη- είναι ποτέ δυνατόν;- επιβεβαίωση κάτι τέτοιου.
  

 Φρανσουά Βιγιόν

Πλάι στη βρύση παθαίνω διψασμένος
Καίω σα φωτιά και τρέμω, τουρτουρώ
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος
Κοντά στη 'στιά τα δόντια κουρταλώ
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
Κουράγιο παίρνω απ' την απελπισιά
Χαίρουμαι, κι όμως δεν έχω χαρές
Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Στ' "αβέβαιο" πάντα βρίσκω τ' "ορισμένως"
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ
Κερδίζω και χαμένος θε να 'βγω
Όταν χαράζει, λέω, -"Καλή νυχτιά!"
Ξαπλώνω, λέω: "Θα φάω καμιά βροντιά!"
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
Μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Έγνοιες δεν έχω κι είμαι ιδεασμένος
Πλούτια να βρω, μα δεν τα επιθυμώ
Απ' όσους με παινάνε προσβαλμένος
Και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
Κελάηδημα είν' της κάργιας η σκουξιά
Για όποιον με βλάφτει λέω πως μ' αγαπά
Το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
Τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Πρίγκιπα μου μακρόθυμε, καμιά
Γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά
Μα υπακούω στους νόμους, τι άλλο θες;
Πώς; Τους μιστούς να πάρω είπες, ξανά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης
Μουσική, ερμηνεία: Θάνος Μικρούτσικος

1.8.12

Εδώ οι μύγες είναι τσαούσες
Πού σε φέραμε φιλήσυχη εσένα, εδώ;
Η γιαγιά επιμένει ότι της λέμε ψέματα
Όχι γιαγιά, τη σκότωσες τη μύγα
δε θα ξανασηκωθεί να μας ζαλίζει
κι ούτε είσαι σε ξένο σπίτι
Εδώ είναι, γιαγιά μου, το σπίτι σου
Δε θυμάσαι με τι κόπους το χτίσατε
μαζί με τον παππού που είναι τώρα αγγελάκι;
Στο τελευταίο ράφι της εταζέρας
δεν αλλάζουν θέση τα δύο αγγελάκια μας
Δύο κορνίζες, δύο θέσεις στον ουρανό
ο παππούς και η γιαγιά
και μπροστά τους δυο πήλινα αγγελάκια
κουρνιασμένα πάνω στα γόνατά τους κοιμούνται
Κι εμείς, γιαγιά, εδώ με τις μύγες τις τσαούσες
και με κείνη τη μια τη φιλήσυχη 
που κατά λάθος λαθρεπιβάτησε 
στο αμάξι που γυρνούσε από τις θάλασσες
- να ζει ακόμη άραγε; τί να κάνει;-
Στα παραθαλάσσια σούπερ μάρκετ
περνώ μέσα από τους κρύους διαδρόμους 
των ψυγείων με τις συσκευασμένες αρρώστιες
κι έχω σκυφτό το κεφάλι
Τα αδηφάγα πόδια ψάχνουν με αγωνία
κι προοικονομίες αχορταγίας
τις συσκευασμένες τους ανάγκες
κι είναι όλα πασπαλισμένα
με υπολείμματα άμμου
Μετά από τους ανολοκλήρωτους
- εξ αιτίας ρολογιών επιβίωσης εγωιστικών-
αφελείς πνιγμούς σε ποταμίσια νερά
που οι καλοκαιρινές άδειες εργασίες
βάφουν εξωτικά και παραδεισένια 
Μετρώντας αντίστροφα το χρόνο
μέχρι την επιστροφή στα γραφεία παραγωγής
Συμπαράσταση στο μέτρημα
η ακούραστη, μονότονη
τρέλα των τζιτζικιών
Που 'ναι χαφιέδες 
κι ας κάνουν απλά τη δουλειά τους
Τα μυρμήγκια ετοιμάζονται για το χειμώνα
- κι είναι κιόλας κοντά-
Κι ένα, ένα έστω, δε στέκει
να δει το μάταιο της εναλλαγής των εποχών
και του χρόνου που με τη συνοδεία των τζιτζικιών
βαρέθηκε και να μας χλευάζει
μέσα στην ατελείωτη επανάληψη της ιστορίας


Να κλείσουμε το φως πριν έρθουν τα κουνούπια;