Γράφοντας ανακαλύπτουμε τι θέλει να ειπωθεί (Max Aub)

22.10.12


Το πρόχειρο κι εγώ
Ψυχαναγκαστική σχέση
Ερωτική με την αλλοτριωτική έννοια
Εκσφενδονισμοί τα αποτελέσματα
Μάλιστα
Σε προειδοποιώ, εκσφενδονισμοί
(Μπορείς να με αντιπαθήσεις και για τον –ισμό αυτόν;)
(Μάθε πως δε ξέρω τί μόλις είπα)
Γι’ αυτό μη ψάξεις ακεραιότητα σε μένα
Μάταιο
(Θα μου πεις, αυτό είναι το μόνο μάταιο;)
Με μένα αν θες
Έλα μόνο αν δε ψάχνεις τίποτα
Ή μάλλον αν ψάχνεις το τίποτα
Αυτό, ναι, μπορώ να το προσφέρω
Θέλεις να χτίζουμε κάθε μέρα μαζί ένα τίποτα;
Το βράδυ θα γκρεμίζεται- το ξέρεις ήδη αυτό, έτσι;-
Αυτή είναι η συν-θήκη που πουλώ
Αγοράζεις;
Και πού ξέρεις, μπορεί μέσα στο τιποτένιο μας σπίτι
Να βρούμε κάποτε τα πάντα.

-Πώς να κάνεις βουτιά στη ζωή χωρίς λανθάνουσες υποσχέσεις, άλλωστε.

(σημείωση προς την κίνηση ανάρτησης: πρόχειρα έκατσα, πρόχειρα έγραψα, πρόχειρα κύλησα στο μάρκετ, εδώ. Μη τσιμπήσεις ούτε φευγαλέα. Κι αν η παραδοχή και γνωστοποίηση του περιεχομένου αυτών των παρενθέσεων, λειτουργήσει ακριβώς αντίστροφα ως προς το νοηματικό περιεχόμενο, θα’ χει πιάσει το κόλπο. Και πάει λέγοντας..) 

16.10.12

Κερνάει σφηνάκια λικέρ βύσσινο, χωρίς πολλά πολλά αποφασίζει ότι απόψε, σε αυτήν την γνωριμία, τη νέα αρχή- πόσο είχε, Θεέ μου, συνηθίσει χωρίς τέτοιες- θα πλάσαρε την άνετη, χαλαρή τύπισσα που στρίβει τσιγάρο και περιγράφει με χιούμορ, και που- χωρίς να το καταλάβει καλά καλά- είχε ήδη δηλώσει προφίλ για τη μουσική που ακούει, τα μαγαζιά που συχνάζει, τις φάσεις που γουστάρει. Μόνο σε λίγα λεπτά, είχε ήδη δώσει- χωρίς να το καταλάβει καλά καλά- υποσχέσεις, μέχρι και δεσμεύσεις. Όλα κανονικά, θα έλεγε ένας τρίτος. Μα το κανονικό, ό,τι κι αν είναι, της φέρνει αλλεργία, σπασμούς και βρεγμένες μαξιλαροθήκες όταν δεν βλέπει και δεν ακούει κανείς μέσα στη νύχτα. Όσα δευτερόλεπτα μπορούσε να αποσπάσει από το θεατρικό εκείνης της ώρας και να κλειστεί στιγμιαία στο οικείο της δωμάτιο του παρατηρητή, μια θλίψη μαράζωνε πίσω από το χαμόγελο στο πρόσωπό της καθώς αναλογιζόταν το τι θα ακολουθήσει. υπενθυμίζοντας στον εαυτό της τη μοίρα της- τη σχεδόν επιλεγμένη αναπόδραστα. Θα μπορούσε άραγε ποτέ να γνωρίσει την εικόνα που κρύβει στους ανθρώπους; Όχι μέσα από ένα ποίημα, μια ιστορία, μια εξομολόγηση της νύχτας μετά από αλκοόλ- όλα αυτά έχουν τη σταθερότητα που έχει το 'ένα φεγγάρι, κολύμπησα γυμνός στη θάλασσα'. Όχι έτσι. Να γνωρίσει στους ανθρώπους την εικόνα που κρύβει, ως εικόνα που θα κουβαλάει πια κάθε από τις μέρες(και νύχτες). Αυτήν την εικόνα να γνωρίζουν, αυτήν να συμπαθούν, αυτήν να δεχτούν, αυτήν να μάθουν, αυτήν να αγαπήσουν. Μπορούν; Μπορεί; Άλλη μια ουτοπία. Με τον αντίλογο, ψυχαναλυτικά, άψογα ρητορεύοντα. Να σου λέει 'δε γίνεται' ρε παιδί μου, και να πείθεσαι αστραπή. Όχι σαν τους άλλους που τους βλέπεις πως καταδικάζουν σε ουτοπία την Ιδέα με θλιμμένα μάτια, που πλασάρουν όμως- γιατί πώς αλλιώς- καρδιναλέϊκο ύφος σοφίας γκαζωμένης. Και 'ουφ' και 'ουφ' και 'ουφ'. Συμπαράσταση από τρία γράμματα. Και άλλα πολλά. Η καταγραφή να μπάζει, για να χειροτερεύει το αγιάζι.

12.10.12

Σκεφτόμουν  τί  να γράψω

εποχή που όλα κραυγάζουν

κι εγώ σκεφτόμουν  τί  να γράψω

σημαίνει πως δεν έχω φωνή, δε βγαίνει φωνή

τώρα που όλα κραυγάζουν

με δάκρυα, τσιτωμένες φλέβες, το πιο κόκκινο μαύρο αίμα

σκεφτόμουν, κι έτσι είναι δυστυχώς, πώς το  ν ό η μ α  εξασθενεί

για να μη πω το πιο βαρύ- έχει εξασθενήσει

οι λέξεις ξεφτίζουν (συνεχίζω να μην επιλέγω να δω κατάματα το πιο βαρύ)

έτσι που μπορώ να λέω ελευθερία και να μην έχει πια νόημα

να μην τρέμω όταν τη χρησιμοποιώ κάθε μέρα

να μην ντρέπομαι που τη χρησιμοποιώ κάθε μέρα

που τη σκέφτομαι και ξεφτίζει όσο μπορώ την ίδια στιγμή να παραμένω σκλάβα

ονειρεύομαι

το χω κρατήσει ακόμη αυτό

ονειρεύομαι

στα όνειρα η ουτοπία βρίσκει τόπο

μετά βέβαια κοιτάει που κρέμεται στον αέρα, αθεμελίωτη

και το πιο γαμώτο είναι που φοβάμαι, όχι ακόμη, αλλά πλέον!, να ονειρευτώ 

μ α ζ ί   σ ο υ 


κι ήθελα αρχικά, πριν βγει το παραπάνω, να μοιραστώ απλά αυτά τα δύο καρφιά:

Ο κόσμος πέρα από τον καπιταλισμό


Χύμα ρίμα